| Η ΔΕΗ χρειάζεται μία ανταγωνιστική και δίκαιη για όλους αγορά |
| |
του καθ. Νίκου Χατζηαργυρίου, Αντιπροέδρου και Αναπληρωτή Δ/ντος Συμβούλου της ΔΕΗ
Έχουμε αναφέρει σε προηγούμενο άρθρο ότι η ενεργειακή πολιτική της Ελλάδας οφείλει να υπηρετεί 3 πυλώνες: την ασφάλεια εφοδιασμού, την οικονομικότητα και την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι απαραίτητο να υπάρχει ένα επιχειρηματικό περιβάλλον, δηλαδή μία ενεργειακή αγορά, που αποτελείται από τις επιμέρους αγορές πετρελαιοειδών, φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, τέτοιο που να δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για την λειτουργία και την ανάπτυξη των επιχειρήσεων που θα στηρίζουν αυτή την πολιτική. Το ελάχιστο που αναμένει κανείς από μια απελευθερωμένη αγορά που λειτουργεί ανταγωνιστικά, είναι η διαμόρφωση ενός επιχειρηματικού περιβάλλοντος με ενιαίους κανόνες για όλους τους συμμετέχοντες, που θα διαμορφώνει συνθήκες για ανάπτυξη επιχειρηματικών δραστηριοτήτων με μείωση του επιχειρηματικού ρίσκου και διασφάλιση εύλογων κερδών για τους συμμετέχοντες. Στην ελληνική ενεργειακή αγορά, αυτό δεν ισχύει. Οι βασικοί συμμετέχοντες στις αγορές φυσικού αερίου και πετρελαιοειδών κάποιοι από τους οποίους είναι και οι κυριότεροι προμηθευτές εισαγόμενων καυσίμων στην ΔΕΗ, έχουν την δυνατότητα να περνούν όλες τις μεταβολές του κόστους τους στους πελάτες τους. Σε αντίθεση, η ΔΕΗ ενώ αντιμετωπίζει από τη μία πλευρά μια απελευθερωμένη αγορά, όσον αφορά τις προμήθειες καυσίμων και τις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας από ανεξάρτητους παραγωγούς και εισαγωγείς, έχει από την άλλη έσοδα από τιμολόγια προκαθορισμένα από την πολιτεία. Συνέπεια αυτού, του ότι μόνο η ΔΕΗ δεν μπορεί να ανακτήσει τουλάχιστον το πραγματικό κόστος της από τα τιμολόγια πώλησης, είναι να παρουσιάζει το α΄ εξάμηνο του 2008 ζημία € 115 εκατ. αντί € 200 εκατ. περίπου που θα έπρεπε να είναι ένα ελάχιστο κέρδος σαν απόδοση των κεφαλαίων της. Η ΔΕΗ αντιλαμβάνεται την ευαισθησία και υποχρέωση της Πολιτείας να ασκεί κοινωνική πολιτική και πολιτική παροχής κινήτρων, ακόμα και μέσα από τα τιμολόγια του ηλεκτρικού ρεύματος. Αυτό που ενδιαφέρει όμως την Επιχείρησή είναι το τελικό οικονομικό της ισοζύγιο, το οποίο δεν μπορεί να καθορίζεται από μειωμένα έσοδα λόγω επιλογών που δεν μπορούν να ελεγχθούν από αυτή. Στην πρόσφατη ημερίδα που έγινε για τα 20 χρόνια λειτουργίας της ΔΕΠΑ, διατυπώθηκε η άποψη ότι τα ρυθμιζόμενα τιμολόγια είναι ένα mixed blessing. Έχει δηλαδή κακές περιόδους και καλές και μάλιστα αυτές οι περίοδοι εξαρτώνται από εξωγενείς παράγοντες, όπως είναι οι τιμές των καυσίμων και της ηλεκτρικής ενέργειας που ακολουθεί αυτονόητα τις τιμές πετρελαιοειδών και φυσικού αερίου. Αυτό ακριβώς είναι και το πρόβλημα της ΔΕΗ. Οποιαδήποτε επιχείρηση είναι φυσικό να ακολουθεί τα στοιχεία που καθορίζουν το κόστος της και τα έσοδά της να είναι τέτοια που καλύπτουν το συνολικό της κόστος συν ένα εύλογο κέρδος. Το ότι η ΔΕΗ είναι υποχρεωμένη να υφίσταται αυτό το mixed blessing να μην μπορεί δηλαδή να απορροφήσει και να μεταφέρει τις αυξομειώσεις του κόστους της, δημιουργεί ένα οικονομικό αποτέλεσμα μη ελέγξιμο και ως εκ τούτου εξαιρετικά επικίνδυνο για την επιχείρηση. Η ρήτρα καυσίμων η οποία έχει σχεδιαστεί για να απορροφήσει ένα μέρος από την μεταβολή των τιμών καυσίμων (και κανένα ποσοστό από την συνεπαγόμενη αύξηση στις τιμές στις οποίες η ΔΕΗ αγοράζει ενέργεια από τους υπόλοιπους παραγωγούς και εισαγωγείς) δεν αποτελεί επαρκή λύση στο πρόβλημα. Σίγουρα ο μηχανισμός υπολογισμού της ρήτρας καυσίμου μπορεί να διορθωθεί, όμως ήδη η ΔΕΗ έχει απολέσει την αποζημίωση αρκετών εκατοντάδων εκατομμυρίων για μια εξαιρετικά μεγάλη αύξηση δαπανών από τις αγορές καυσίμων, ενώ ελλοχεύει ο κίνδυνος έναντι αυτού να προκύψει μείωση των τιμολογίων από μια πιθανή ραγδαία πτώση στις τιμές καυσίμων. Σε κάθε περίπτωση για την ΔΕΗ τα ρυθμιζόμενα τιμολόγια με ή χωρίς ρήτρα καυσίμου είναι αποτέλεσμα πολιτικής επιλογής, και ως τέτοια, είναι απόλυτα σεβαστή. Το ενδιαφέρον της Διοίκησης της ΔΕΗ εστιάζεται στην ανάγκη κάλυψης των ζημιών που προέρχονται από αυτή την πολιτική. Απόδειξη του πόσο αποτρεπτικό επιχειρηματικά είναι αυτό το mixed blessing των ρυθμιζόμενων τιμολογίων είναι το ότι στην λιανεμπορική αγορά όπου ισχύουν χαμηλά ρυθμιζόμενα τιμολόγια τα οποία κατά κανόνα δεν καλύπτουν το κόστος, δεν δραστηριοποιείται ουσιαστικά κανένας άλλος προμηθευτής. Μόνος προμηθευτής στη λιανεμπορική αγορά είναι πρακτικά η ΔΕΗ, και μάλιστα με υποχρέωση να παρέχει ηλεκτρική ενέργεια σε όποιον το ζητήσει. Αντίθετα στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας της Ελλάδας, όπου οι τιμές πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζονται σε ελεύθερη αγορά (Οριακή Τιμή Συστήματος), δραστηριοποιούνται τρεις ανεξάρτητοι παραγωγοί και αρκετοί εισαγωγείς. Δηλαδή, η ΔΕΗ είναι ο μοναδικός αγοραστής στη χονδρεμπορική αγορά, σε υψηλές τιμές, και ταυτόχρονα ο μοναδικός προμηθευτής στη λιανική αγορά, σε χαμηλές τιμές. Αυτή η φαινόμενη προνομιακή και δεσπόζουσα θέση της ΔΕΗ μόνο ζημίες της αποφέρει. Η ΔΕΗ αναγκάζεται να λειτουργήσει μέσα στο επιχειρηματικό περιβάλλον μιας "στρεβλά" απελευθερωμένης αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, αντιμετωπίζοντας ένα πλήθος προκλήσεων. Η αδυναμία της μεγαλύτερης ηλεκτρικής εταιρίας της χώρας, που είναι ταυτόχρονα και ο μεγαλύτερος επενδυτής στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, να λειτουργήσει μέσα σε αυτό το περιβάλλον που βάζει πολλούς περιορισμούς στην δυνατότητά της να ελέγξει τα οικονομικά της αποτελέσματα, οδηγεί στην ανάγκη να λαμβάνονται κατά περίπτωση διορθωτικά ή πυροσβεστικά μέτρα. Αυτό όμως αυξάνει τον ρυθμιστικό κίνδυνο για όλους τους συμμετέχοντες στην αγορά. Η ύπαρξη ενός ρυθμιστικού περιβάλλοντος που δημιουργεί συνθήκες σταθερότητας και ευνοϊκής επιχειρηματικής λειτουργίας, είναι προς όφελος όλων. Επομένως δεν είναι απλά απαραίτητο, αλλά και προς όφελος όλων των συμμετεχόντων να ληφθούν άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση των στρεβλώσεων που παρατηρούνται στους μηχανισμούς της αγοράς. Η ΔΕΗ και η Πολιτεία έπρεπε να είχαν εναρμονιστεί με τους κανόνες της απελευθερωμένης αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας ήδη από την δεκαετία του '90, όπως ακριβώς έκαναν οι υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες. Δυστυχώς αυτή η πορεία δεν μπορεί πια να ακολουθηθεί με τον ίδιο τρόπο, δεν έχουμε δηλαδή πλέον την πολυτέλεια της βαθμιαίας προσαρμογής. Εξάλλου, ήδη στην ελληνική αγορά δραστηριοποιούνται μεγάλες Ευρωπαϊκές Εταιρίες 5-10 φορές μεγαλύτερες από την ΔΕΗ, οι οποίες είχαν την ευκαιρία να εξελιχθούν και να περάσουν το μεταβατικό στάδιο αντιμετωπίζοντας όλες τις αδυναμίες προσαρμογής στους νέους κανόνες της ηλεκτρικής αγοράς στην χώρα τους. Αυτά τα δεδομένα δημιουργούν την ανάγκη να σχεδιαστεί και να θεσπιστεί στην Ελλάδα ένα απλουστευμένο μοντέλο αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, γεγονός που μπορεί να γίνει με την συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων. Στόχος μας πρέπει να είναι η δημιουργία μιας ανταγωνιστικής και δίκαιης για όλους αγοράς, με την εξασφάλιση εύλογου κέρδους για τους αποτελεσματικούς παίκτες, σε συνθήκες ρυθμιστικής ασφάλειας για την πραγματοποίηση νέων επενδύσεων και με ορθολογικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, ρυθμιστικά ελεγχόμενες, για τους καταναλωτές.
| |
|